ἀρείων

ἀρείων
Grammatical information: adj.
Meaning: `better, stronger, nobler' (Il.)
Dialectal forms: Myc. aryoa \/ar-yoh-a\/
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Primary comparative beside superlativ ἄριστος, s. v. - Güntert IF 27, 67 considered ἀρείων, like λωΐων, to be not a primary comp. but formed on a positive. Seiler Steigerungsformen 116ff. finds the positive in ἄρειος, seen in τεῖχος ἄρειον (Il.), and connects ἄρος ὄφελος H. The Myc. comp. is formed differently.
Page in Frisk: 1,135-136

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αρείων — ἀρείων ( ονος), ον (Α) (χρησιμοποιείται ως συγκριτικός του αγαθός πρβλ. άριστος) 1. ικανότερος, ισχυρότερος, ανώτερος ως προς τη σωματική δύναμη, την καταγωγή ή τον πλούτο 2. στη Μυκην. η λ. (aro2e και aro2a) προσδιορίζει ενδύματα και τροχούς… …   Dictionary of Greek

  • Ἀρείων — Ἄρειος devoted to Ares masc/fem/neut gen pl Ἄρειος devoted to Ares masc gen pl Ἀρείων masc nom/voc sg Ἀρεί̱ων , Ἀρεῖος masc gen pl ἄρειος fem gen pl ἄρειος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρείων — ἄρειος fem gen pl ἄρειος masc/neut gen pl ἄρειος masc/fem/neut gen pl ἀρέμ rest fem gen pl (epic doric ionic aeolic) ἀρείων better masc/fem nom comp sg ἀ̱ρείων , ἀρειάω irasya´ imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱ρείων , ἀρειάω irasya´ imperf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρείονα — ἀρείων better neut nom/voc/acc comp pl ἀρείων better masc/fem acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρειόνων — Ἀρείων masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρειόνων — ἀρείων better gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρείονα — Ἀρείων masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρείονας — Ἀρείων masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρείονας — ἀρείων better masc/fem acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρείονες — Ἀρείων masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρείονες — ἀρείων better masc/fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.